Dr Mαριαλένα Κυριακάκου, MD, PhD,
Παιδίατρος - Αθήνα, Ιλίσια

[email protected]

+30 210 7211 078

+30 6947 900 277

Παιδική παχυσαρκία: το φαινόμενο και σύγχρονες οδηγίες αντιμετώπισης

Η παχυσαρκία δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο, καθώς οι πρώτες αναφορές για εμφάνισή της υπάρχουν στην αρχαία Ελλάδα με το θεό Πλούτο να παρουσιάζεται ως παχύς σε πολλά έργα τέχνης, ενώ ο Ιπποκράτης σε αρκετά κείμενά του τη συσχετίζει με αυξημένους κινδύνους για την υγεία. Ωστόσο, μόλις τις δεκαετίες ‘70-’80 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χρησιμοποίησε το Δείκτη Μάζας Σώματος και εξέδωσε συγκεκριμένες οδηγίες για τον προσδιορισμό των υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων. Ταυτόχρονα, η άνοδος της παγκόσμιας βιομηχανίας σε συνδυασμό με την αύξηση των επεξεργασμένων τροφών, που είναι πλούσιες σε αλάτι, ζάχαρη και κορεσμένα λιπαρά και χαμηλές σε κόστος, είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση ατόμων με παχυσαρκία, διαβήτη ή ακόμη και καρδιαγγειακά νοσήματα.

Στα πλαίσια αυτά, δεν ήταν τυχαίο το γεγονός πως η διαφήμιση των τροφών άρχισε να στοχεύει και στα παιδιά, κάτι το οποίο συμβαίνει πολύ έντονα και σήμερα. Η παιδική παχυσαρκία αυξάνεται ραγδαία και συχνά συνοδεύεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, που περιλαμβάνει αρκετές ώρες των παιδιών και των εφήβων μπροστά σε τηλεοράσεις και οθόνες υπολογιστών, με ταυτόχρονη κατανάλωση γρήγορου και κακής ποιότητας φαγητού. Στις μέρες μας εκτιμάται πως πάνω από 340 εκατομμύρια παιδιά και έφηβοι ηλικίας 5 έως 19 ετών είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Για να κατανοηθεί καλύτερα αυτό το νούμερο αρκεί να σημειωθεί πως η παχυσαρκία το 1975 εμφανιζόταν σε ποσοστό 4% (124 εκατομμύρια παιδιά) ενώ το 2016 παρουσιάστηκε σε ποσοστό 18%. Μεταξύ των αγοριών η παχυσαρκία αυξήθηκε από 0,9% (6 εκατομμύρια παιδιά) το 1975 σε 7,8% (74 εκατομμύρια αγόρια) το 2016. Στα κορίτσια η αύξηση ήταν από 0,7% (5 εκατομμύρια) το 1975 σε 5,6% (50 εκατομμύρια) το 2016. Ταυτόχρονα σε ηλικίες κάτω των 5 ετών η παχυσαρκία αυξήθηκε σε ποσοστό 50%.

Για αρκετές δεκαετίες η παχυσαρκία αναφερόταν εξ ‘ορισμού στο αυξημένο σωματικό βάρος, χωρίς ωστόσο να γίνεται λόγος για το σωματικό λίπος. Πλέον, η παχυσαρκία ορίζεται ως μία κατάσταση υπερβολικής συσσώρευσης και αποθήκευσης λίπους στον οργανισμό, που δεν επηρεάζει μόνο την εμφάνιση αλλά και την εκδήλωση ασθενειών. Το πιο κοινό εργαλείο για τον προσδιορισμό της παχυσαρκίας, είναι η μέτρηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΒΜΙ), που προκύπτει ως ο λόγος των κιλών του ατόμου προς το ύψος του στο τετράγωνο. Ωστόσο, στα παιδιά η τιμή ΒΜΙ δεν είναι αρκετά αξιόπιστη, λόγω των γρήγορων αλλαγών που συμβαίνουν κατά την ανάπτυξή τους. Χαρακτηριστικά, κατά τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία παρατηρούνται σημαντικές διακυμάνσεις στο ύψος και το βάρος των παιδιών.

Η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη μυοσκελετική ανάπτυξη των παιδιών, καθώς ασκούνται σημαντικές δυνάμεις στα αναπτυσσόμενα οστά, με αποτέλεσμα αρκετές φορές να δημιουργούνται οστεο-αρθριτικές ανωμαλίες. Συχνά, πολλά παιδιά ταλαιπωρούνται από πόνους στην πλάτη και τους ώμους, στα γόνατα και στα πόδια τους, γεγονός που τα αποτρέπει από τη σωματική δραστηριότητα. Επιπλέον, η παιδική παχυσαρκία οδηγεί σε αυξημένα περιστατικά καταγμάτων της σπονδυλικής στήλης και των άνω άκρων. Η παχυσαρκία στα παιδιά μπορεί να οδηγήσει σε απορύθμιση της διατήρησης των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και αντίστοιχα της ινσουλίνης, με αποτέλεσμα να συσχετίζεται συχνά με την εκδήλωση υπερινσουλιναιμίας και διαβήτη τύπου 2.

Σύμφωνα με τις πρόσφατες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ενδοκρινολογίας και της Ένωσης Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας το πρόβλημα της παιδικής παχυσαρκίας είναι έντονο τις τελευταίες δεκαετίες και αρκετά απειλητικό για την υγιή και ομαλή ανάπτυξη των παιδιών. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εμφάνισης παχυσαρκίας είναι το γεγονός πως η παρουσία της συσχετίζεται με την εκδήλωση σοβαρών παθήσεων στην μετέπειτα ενήλικη ζωή. Τα παιδιά ή οι έφηβοι με ένα μέσο δείκτη μάζας σώματος (BMI)>85% θα πρέπει να παρακολουθούνται για την πιθανή εκδήλωση διαταραχών όπως το μεταβολικό σύνδρομο, ο σακχαρώδης διαβήτης και η υπέρταση. Πράγματι, υπάρχει μεγάλη συσχέτιση της εμφάνισης παχυσαρκίας με την παρουσία διαβήτη στα επόμενα στάδια ζωής. Ωστόσο, στις αρχικές εξετάσεις που θα πρέπει να κάνει ένα παιδί με παχυσαρκία, δεν κρίνεται απαραίτητη η μέτρηση των τιμών ινσουλίνης, καθώς δεν έχει καμία διαγνωστική αξία. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητος αρχικά ο εργαστηριακός έλεγχος για ενδοκρινολογικές διαταραχές που προκαλούν την εμφάνιση παχυσαρκίας, εκτός από την περίπτωση που το ύψος και ο ρυθμός αύξησης του σώματος είναι μικρότερος από τον φυσιολογικό αναμενόμενο, σύμφωνα με την ηλικία του παιδιού.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί και μία πολύ σπάνια περίπτωση στην οποία τα παιδιά εμφανίζουν σοβαρή παχυσαρκία, η οποία μπορεί να οφείλεται σε σπάνιες χρωμοσωμικές ανωμαλίες ή γονιδιακές μεταλλάξεις. Τέτοιες περιπτώσεις εντοπίζονται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό παιδιών με παχυσαρκία (7%). Στα περιστατικά αυτά κρίνεται σκόπιμος ο γενετικός έλεγχος, ειδικά στις περιπτώσεις που η παχυσαρκία δίνει τις πρώτες ενδείξεις σε μικρές ηλικίες, δηλαδή κάτω των 5 ετών. Ένας γενετικός έλεγχος μπορεί επίσης να ζητηθεί από τον παιδίατρο στην περίπτωση που το παιδί καταναλώνει συνεχώς αυξανόμενες ποσότητες φαγητού, μία περίπτωση που χαρακτηρίζεται ως ακραία υπερφαγία, ή ακόμη και σε περιπτώσεις με γενετικό σύνδρομο παχυσαρκίας και οικογενειακό ιστορικό ακραίας παχυσαρκίας.

To Top ↑