Dr Mαριαλένα Κυριακάκου, MD, PhD,
Παιδίατρος - Αθήνα, Ιλίσια

[email protected]

+30 210 7211 078

+30 6947 900 277

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι: κατανόηση του «παιδικού» διαβήτη

• Βασικές αρχές & Παθοφυσιολογία
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι είναι μία χρόνια πάθηση που χαρακτηρίζεται από αδυναμία του οργανισμού να παράγει ινσουλίνη, λόγω αυτοάνοσης καταστροφής των β-παγκρεατικών κυττάρων. Η ινσουλίνη φυσιολογικά παράγεται από τα β- κύτταρα των νησίδων του Langerhans που βρίσκονται στο πάγκρεας, ενώ ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι εκδηλώνεται όταν απουσιάζουν ή καταστρέφονται αυτά τα κύτταρα. Στους ασθενείς, η ινσουλίνη μπορεί να παράγεται σε μικρά και ανεπαρκή επίπεδα ή ακόμη να απουσιάζει εντελώς από το ανθρώπινο σώμα. Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι αποτελεί την πιο συχνή παιδιατρική μορφή διαβήτη και στις περισσότερες περιπτώσεις συνεπάγεται εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης εφ’όρου ζωής.

Παρόλο αυτά και άλλες μορφές διαβήτη έχουν εντοπιστεί στην παιδική ηλικία, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ, που οφείλεται σε αυξημένη αντοχή του οργανισμού στην ινσουλίνη, ενώ σχετίζεται με αύξηση των ποσοστών της παιδικής παχυσαρκίας και συναντάται σε ένα ποσοστό 20% των παιδιών/εφήβων με διαβήτη. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλες μορφές διαβήτη, που έχουν κληρονομικό χαρακτήρα και μπορούν να παρουσιαστούν στα παιδιά.
Αυτό που αξίζει να τονιστεί είναι το γεγονός πως τα περισσότερα περιστατικά παιδιών με διαβήτη τύπου Ι οφείλονται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες κατά κύριο λόγο, σε συνδυασμό με πιθανή γενετική προδιάθεση κάποιου. Στην περίπτωση που μία μητέρα έχει διαβήτη το παιδί έχει πιθανότητα 2-3% να εκδηλώσει και αυτό την πάθηση, ενώ οι πιθανότητες αυξάνονται στο 5-6% εάν πάσχει ο πατέρας. Όσον αφορά την επίδραση της διατροφής στην εκδήλωση του διαβήτη τύπου Ι έρευνες δείχνουν πως τα παιδιά που θηλάζουν έχουν μικρότερη πιθανότητα εκδήλωσης της νόσου, ενώ η περιορισμένη έκθεση τις υπεριώδεις ακτίνες και τα χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D σχετίζονται και αυτά με την εμφάνιση του διαβήτη.

• Συμπτώματα & Διάγνωση
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι μπορεί να εκδηλωθεί με μία σειρά συμπτωμάτων, όπως υπεργλυκαιμία, γλυκοζουρία, πολυδιψία, ανεξήγητη απώλεια βάρους και συμπτώματα κετοοξείδωσης. Η διάγνωση της νόσου γίνεται με αιματολογική εξέταση στην οποία προσδιορίζονται τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και της γλυκοζιλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Στην πρώτη εξέταση προσδιορίζεται το επίπεδο της γλυκόζης στο πλάσμα: ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι εντοπίζεται με παρατηρούμενες τιμές >200mg/dL σε μία τυχαία χρονική στιγμή ή μετά την κατανάλωση γλυκόζης. Ο προσδιορισμός της συγκέντρωσης της γλυκοζιλιωμένης αιμοσφαιρίνης, επίσης, αποτελεί μία ευρέως αποδεκτή και αξιόπιστη μέθοδο ώστε να διαγνωστεί ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι. Η διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη σε ένα παιδί απαιτεί το σχεδιασμό γλυκαιμικού ελέγχου, με διαφορετικούς στόχους ανάλογα με την ώρα της ημέρας και την ηλικία του παιδιού (ηλικιακές ομάδες: 0-6/ 6-12/13-19 ετών). Η επίτευξη ενός αυστηρού γλυκαιμικού ελέγχου οδηγεί από τη μία πλευρά σε μείωση του ποσοστού επιπλοκών στην μικροκυκλοφορία, καθώς και σε σημαντική βελτίωση του ποσοστού καρδιοκυκλοφορικών επεισοδίων και θνησιμότητας. Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι απαιτεί θεραπεία ινσουλίνης, με τα περισσότερα παιδιά να χρειάζονται 2 ή και περισσότερες ενέσεις καθημερινά, οι δόσεις των οποίων καθορίζονται ανάλογα με τα αποτελέσματα του ατομικού ελέγχου γλυκόζης. Η υποκατάσταση της γλυκόζης μπορεί να γίνει με χορήγηση βασικής ινσουλίνης με μέση ή μακρά διάρκεια, ή με ινσουλίνη πριν το γεύμα που δρα γρήγορα.
Ένα από τα πιο συχνά συμπτώματα που μπορεί να εμφανίσει ένα παιδί με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι είναι η εκδήλωση υπογλυκαιμίας. Στις περιπτώσεις ήπιας υπογλυκαιμίας θα πρέπει να χορηγηθεί εκ του στόματος γλυκόζη ή κάποιος υδατάνθρακας, ενώ στις περιπτώσεις που ο ασθενής είναι σε κώμα θα πρέπει να γίνει χορήγηση γλουκαγόνου ενδομυϊκά, ώστε να διεγερθούν η απελευθέρωση ηπατικού γλυκαγόνου και κατόπιν γλυκόζης στην κυκλοφορία. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο ασθενής επανέρχεται εντός 10 λεπτών. Ένα σπάνιο αλλά αρκετά επικίνδυνο σύμπτωμα είναι η κετοοξείδωση που μπορεί να προκληθεί στον ασθενή. Η κετοοξείδωση οφείλεται στο συνδυασμό της έλλειψης ινσουλίνης, σοβαρής υπογλυκαιμίας, αφυδάτωσης και παραγωγής κετονών.

• Έλεγχος – Διαχείριση & Εκπαίδευση ασθενούς
Προκειμένου να υπάρξει έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης μέσω προσαρμοσμένης διατροφής, είναι απαραίτητη μία ισορροπία μεταξύ της πρόσληψης σακχάρων του παιδιού από τις τροφές, της δόσης της ινσουλίνης καθώς και της δραστηριότητας που έχει το παιδί. Βασικός στόχος πάντα είναι η αποφυγή επεισοδίων υπέρ- ή υπό-γλυκαιμίας. Σε γενικές γραμμές οι υδατάνθρακες θα πρέπει να αποτελούν το 50-55% της ημερήσιας πρόσληψης ενέργειας, ωστόσο μόνο το 10% από αυτούς μπορεί να προέρχεται από σουκρόζη ή επεξεργασμένους υδατάνθρακες. Τα λίπη θα πρέπει να προσλαμβάνονται σε ποσοστό 30-35% και οι πρωτεΐνες σε ποσοστό 10-15% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Ο σχεδιασμός ωστόσο της καθημερνής δίαιτας του παιδιού, θα πρέπει να γίνεται από τον παιδίατρο εξατομικευμένα λαμβάνοντας υπόψιν τη συνολική κλινική κατάσταση και το ιστορικό του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να ενθαρρύνουν επίσης τα παιδιά να ασκούν οποιαδήποτε μορφή άθλησης σε τακτική βάση.
Σε γενικές γραμμές οι γονείς θα πρέπει να κατανοήσουν πως η αντιμετώπιση του παιδιού με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι αποτελεί θέμα ολόκληρης της οικογένειας, καθώς θα πρέπει όλοι να εκπαιδευτούν ώστε να αποκτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις πρακτικής αλλά και ψυχοσυναισθηματικής διαχείρισης του θέματος.

Εάν σας άρεσε το παρόν άρθρο που διαβάσατε και βρήκατε ενδιαφέρον το περιεχόμενό του, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη και βοηθητική η άποψή σας.

To Top ↑